Κραναός τόπος
Η πρωτεύουσα της επαρχίας Ερμιονίδας βρίσκεται νοτιοανατολικά του νομού Αργολίδας 60 χλμ. από το Ναύπλιο.
Το Κρανίδι ρίζωσε σε τραχύ έδαφος, σε τόπο κραναό. Σαν ηλίανθοι φύτρωσαν πάνω στα υψίπεδα του λόφου του Προφήτη Ηλία (Μπαρδούνια) και της Αγίας Άννας (οι δυο λόφοι που περιβάλλουν την πόλη) τα Σαραντάσπιτα γύρω από εκκλησιές, τα Εισόδια της Θεοτόκου και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο (πολιούχος) για να δημιουργηθεί έτσι το πρώτο οικιστικό κύτταρο.
Κάτοικοι και τοπίο
Η κάτω και άνω πλατεία «διαχωρίζει» κατά κάποιον τρόπο και σήμερα ακόμα το μικρό άστυ.
Τα πολυπληθή σπίτια του βρίσκονται ανηφορικά, σε γεωμετρικά επίπεδα, τυλιγμένα σε συμπαιγνία χρωμάτων μέσα σε κάδρο που μοιάζει πράγματι με νησί. Τότε αισθάνεσαι πως το να λέγεσαι κατηγορηματικά στεριανός δεν είναι ουσιαστικό!
Η μνήμη της πόλης θυμάται τους Αρβανίτες οικιστές της από το Δεσποτάτο της Ηπείρου, έπειτα είναι οι Λεωνιδείς της Κυνουρίας αλλά αρκετά πριν, μετά, τι;
Το Κρανίδι πρωτοαναφέρθηκε σε Χρυσόβουλο του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου κατά τον 13ο μ.Χ. Υπάρχει μετέπειτα ο ισχυρισμός (κατά τον Κωνσταντίνο Σάθα) ότι στα 1456 κάτοικοι από τα Κουντουρά της Αττικής μετά την κατάλυση του Δουκάτου έρχονται σε αυτόν τον τόπο, όπως επίσης ότι καταφύγιο βρίσκουν εδώ αλβανόφωνοι χριστιανοί από την Ήπειρο. Οι διωγμοί του 1722, 1740, 1587 θα φέρουν νέους κατοίκους με την τουρκοκρατούμενη περιοχή -τη μικρή τότε (πρώτη) πολιτεία- να ονομάζεται «Κάτω Ναχαγιέ». Ωστόσο, η Κορωνίδα, το μικρό νησάκι στον κόλπο της Κοιλάδας, ερίζει και αυτό μερίδιο καταγωγής των κατοίκων καθώς επίσης και η (σύμφωνα με τον Ιω. Πέππα) θεωρία, ότι κάτοικοι από την Κρανιδιά Αραχναίου μετακινήθηκαν στα 1528μΧ έως εδώ (Ματιές στην Αργολίδας , τ.11, 2002).
Περικυκλωμένο γεωφυσικά από ελαιώνες που παράγουν το ευγενές και αναγνωρισμένο ΠΟΠ Ελαιόλαδο Κρανιδίου, ροδιές, μελίσσια και καλλιέργειες κηπευτικών, φανερώνουν μια μικρή αλλά αυτάρκη και διοικητικά αυτόνομη πολιτεία. Η απόσταση από την πρωτεύουσα και το εμπορικό κέντρο του νομού, ενίσχυσε την αυτοδυναμία της. Στα ανατολικά, το ρέμα του Γραμματικού, οι Ανεμόμυλοι και τα παλιά λιοτρίβια φτιάχνουν φυσικό σύνορο με την καρδιά της πόλης. Μια παλιά στράτα βεβαιώνει την πολυσύχναστη διαδρομή προς την Κοιλάδα, η πόλη ωστόσο εκτείνεται προς τον Άγιο Παντελεήμονα, τις Λάκκες, το Δορούφι και τους γραφικούς όρμους του Αργολικού κόλπου.
Το οδοιπορικό μου
Άφησα το αυτοκίνητο στον πευκώνα του λόφου, στην είσοδο του Κρανιδίου και ανηφόρησα προς την παλιά πόλη. Έβαλα σημάδι στο χάρτη του μυαλού μου να βρω τη δημοτική βιβλιοθήκη. Αυτή θα με τροφοδοτούσε με το πολυπόθητο υλικό.
Η κρυφή γοητεία της αστικής τάξης
Το Κρανίδι είχε «τζάκια» και πλούσιους νοικοκύρηδες. Μπορεί εξαιτίας της απομονωμένης θέσης και του ξηρού κλίματος να ευνόησαν τον εποικισμό της, το άγριο τοπίο ήταν που ώθησε τους κατοίκους της να γίνουν σφουγγαράδες, ναυτικοί, να ταξιδέψουν και όχι μόνο. Έγιναν έμποροι, καραβοκύρηδες, καπεταναίοι, πλούτισαν με την ιστιοφόρα ναυτιλία.
Με την επιστροφή τους έφτιαξαν (τριώροφα) αρχοντικά ακολουθώντας την αρχιτεκτονική του αργοσαρωνικού, συνάμα με την μαστοριά της πελεκητής πέτρας κατάφεραν να αποδώσουν μια ομοιογενή αισθητικά και αρχιτεκτονικά σύνθεση στην εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης, χωρίς ωστόσο αυστηρή ρυμοτομική σχεδίαση.
Τα ιπποκίνητα λιοτρίβια και τα μυλοτόπια του Κρανιδίου εκτός ότι φανερώνουν την εκβιομηχάνιση της μεταποίησης λόγω και της αυξανόμενης ανάγκης σίτισης, προδίδουν παράλληλα και την ταξική διαφοροποίηση που προκύπτει από την κατοχή και έλεγχο των εργαλείων παραγωγής (: οι έχοντες πλούτο κατείχαν τους ανεμόμυλους). Τους πύργους του πασά και τα αρχοντικά αντικατέστησαν τα καπετανόσπιτα, τα λιθόκτιστα αγροτικά και εμπορικά σπίτια (επάνω κατοικία και κάτω κατάστημα).
Περπατώ ανάμεσα στα στενά δρομάκια, τιςρούκιζες, όπως τις αναφέρουν(Ματιές στην Αργολίδα, τ. 12/2003). Αυτοκίνητα δεν χωρούν εύκολα εδώ. Φευ! Νίκησε άραγε αυτή η μικρή πόλη την μάχη με την παντοκρατορία των αμαξωμάτων; Θα το διαπιστώσω λίγο παρακάτω. Τα βήματά μου ακούγονται στην σιγαλιά. Αλλού, σε άλλες πολιτείες, μέρα μεσημέρι γίνεται πανζουρλισμός!
Μυρωδιές μαγειρικής, ένα ξένο περπάτημα με συναγωνίζεται, σκοντάφτω ηθελημένα σε μαντρότοιχους και πόρτες - έργα τέχνης έτσι που νιώθω ότι με ζώνουν θωπευτικά. Μικρά σοκάκια - για προστασία η στενότητα. Γλυπτά ολοένα και πληθαίνουν στα μάτια μου. Βιάζομαι να τα φωτογραφίσω όλα. Η απληστία του φωτογράφου ξεσηκώνεται μέσα μου.
Πανοραμικά σημεία, πολλά. Το πυκνοκατοικημένο μοτίβο πληροί το τοπίο και τα ομοιόμορφα σπίτια σε παλ χρωματισμούς δίνουν νότα παραδοσιακή, τονίζουν την υδραίικη αρχιτεκτονική με νησιώτικες αποχρώσεις Χώρας. Τα σοκάκια της στενεύουν ασφυκτικά σε κάποια σημεία όσο περπατάς προς την Άνω πόλη. Η ώχρα κυριαρχεί -ανεξίτηλη αναφορά στο χθες - και το παλιό δοξάζεται όσο η πελεκητή πέτρα αποθεώνει τους άξιους μαστόρους της. Αυλές με ξυλόφουρνους, στέρνες και γέρικες κληματαριές, αναμμένα τζάκια.
Κρανίδι- Αρχοντικά. Μέσα του 19ου αι. η οικονομική άνθιση της περιοχής στηρίζει την ανοικοδόμηση.
Διώροφα κτισμένα λες με οργή πάνω σε βράχο που αγόγγυστα σηκώνει.
Τα σύννεφα κλείνουν. Όπου να’ ναι θα βρέξει. Το μυρίζομαι. Δεν πήρα ομπρέλα. Έχω τόσα σύνεργα κάθε φορά πάνω μου που λέω κάτι πως περισσεύει. Γιατί να φοβάμαι την βροχή, την πλημμύρα ναι, την φοβάμαι.
Αντικρίζω παντού κρεμαστά περίτεχνα μπαλκόνια. Σε αυτά κοπέλες θα έβγαιναν κρυφά και με λαχτάρα για να ακούσουν τις καντάδες του αγαπημένου, σκέφτομαι.
Ερειπιώνες, νεόδμητα, ανακαινισμένα παλιά, έντονο το στοιχείο του χαρακτηριζόμενα «παλιού», σε αυτή τη μικρή πόλη.
Βγαίνω από την οδό Γκίκα Μπότσαρη (οι πινακίδες είναι σπάνιο είδος κι εδώ). Λίγο παρακάτω φασαρία. Μάλλον έφτασα στην πλατεία. Σε ποια πλατεία όμως; Είναι η Κάτω πόλη αυτή;
Από τα ψηλά στα χαμηλά
Η Κάτω πόλη «Κάτω Νεχαγιέ» σήμαινε κάποτε την Κάτω Επαρχία.
Αειθαλείς κατοικίες
Κτίσματα παραπέμπουν στη νησιώτικη αρχιτεκτονική (φεγγίτες μπαλκονάκια και παράθυρα ένα κόσμημα όλα τους)
Η πόλη τελικά πείθεσαι πως έχει δύο όψεις. Αυτή που πρωτογνώρισα, ζώντας για λίγο στην κάτω πόλη και είναι σαν να την γνώρισα ανάποδα, αφού ο μίτος του νήματος ξεκινά από την πάνω.
Μετά την περιήγησή μου θα διαπιστώσω πως αυτός ο τόπος ίσως έχει και τρίτη όψη… και είναι η αθέατη πλευρά της μικρής αυτής πόλης. Αυτό όμως ας το δω σε ένα τρίτο χρόνο.
Η χρυσή τομή βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο, κάνοντας την Κάτω πλατεία «κέντρο» του δεύτερου διαζώματος και με βατήρα την Κάτω πόλη μαθαίνεις πως αυτή η πολιτεία είναι πιο μεγάλη απ’ ό,τι δείχνει εξαρχής.
Σοκάκια σε κάθε όψη της διασταυρώνονται με δρομάκια και μικρούς αυτοκινητόδρομους αν και μόλις που χωρά ένα αυτοκίνητο (διπλή κατεύθυνση σε αυτήν την πόλη υπάρχει σε ένα μικρό μόλις κομμάτι). Κίνηση και λίγο εκνευρισμό θα συναντήσετε τις ώρες που λειτουργούν υπηρεσίες και σχολεία. Κατά τα άλλα η πόλη διακρίνεται από ησυχία, ειδικά στις γειτονιές της βασιλεύει η σιωπή αν δεν γουργουρίζει στο ενδιάμεσο κάποια οικοδομική εργασία.
Μια μυστική ζωή βγαίνει κρυφά από εδώ μέσα, τα διαβρωμένα υλικά ψιθυρίζουν ξεχασμένες λέξεις.
Εδώ ήταν τα γραφεία του Παρατηρητή Αργολίδας και Οι Ματιές στην Αργολίδα, του Γιώργου Μουσταΐρα